Ο τελευταίος νεκρός του Λεσβιακού Αντάρτικου

Χρήστος Σταυράκογλου

Φιλόλογος

Ο Εμφύλιος Πόλεμος υπήρξε η πιο θλιβερή, ίσως, περιπέτεια απ’ όσες γνώρισε το έθνος μας στη νεότερη ιστορία του. Συντάραξε επί τρία χρόνια ( Μάρτ. 1946 – Αύγ. 1949) απ’ άκρου σ’ άκρο τη χώρα, επισώρευσε νέες καταστροφές σ’ αυτές που άφησε πίσω της η Κατοχή, πρόσθεσε δεκάδες χιλιάδων νεκρούς, διέλυσε την οικονομία της χώρας και, το χειρότερο, άφησε μια κοινωνία βαριά πληγωμένη και θανάσιμα διχασμένη. «Συμμοριτοπόλεμο» τον αποκαλούσαν οι δεξιοί και βασιλόφρονες, «Δεύτερο Αντάρτικο» τον είπαν οι αριστεροί. Πέρασαν πολλά χρόνια, για να επουλωθούν οι πληγές, να ημερέψουν τα κομματικά πάθη και να αποδεχτούμε την πρέπουσα, τη σωστή ονομασία. «Εμφύλιος». Θλιβερός Εμφύλιος Πόλεμος!

Η Λέσβος υπήρξε από τα λίγα νησιά που ακολούθησε το παράδειγμα της Ηπειρωτικής Ελλάδας και, ύστερα από πολλές αμφιταλαντεύσεις της τοπικής ηγεσίας του ΚΚ, ξεκίνησε και αυτή ύστερα από λίγους μήνες (Οκτ. 1946) τον ένοπλο αγώνα. Tα αποτελέσματα ανάλογα μ’ αυτά της Ηπειρωτικής Ελλάδας, όπως τα αναφέραμε πριν.

Η γενιά μου έζησε τον Εμφύλιο στην παιδική της ηλικία και τον βίωσε σαν μια ιδιαίτερα τραυματική εμπειρία. Το μεγάλο πόλεμο που λαμπάδιαζε εκεί πάνω στα βουνά της Ηπείρου και της Μακεδονίας τον ζούσαμε μέσα από τα συχνά σπαραξικάρδια ξεπροβοδίσματα των παλικαριών που έφευγαν για το μέτωπο και πιο πολύ από τα μαύρα μαντάτα των θανάτων που έφταναν και βύθιζαν το χωριό σε βαρύ πένθος. Τέσσερις τέτοιους θρήνησε η μικρή Βατούσα.

Τον εδώ, που πιο πολύ έμοιαζε με κλεφτοπόλεμο, τον ζήσαμε μέσα από τον απόηχο των ένοπλων συμπλοκών που κάποιες απ’ αυτές εξελίσσονταν σε κανονικές μάχες, μέσα απ’ τη συχνή παρουσία και τις μετακινήσεις των αποσπασμάτων της χωροφυλακής και του στρατού, μέσα από τις διηγήσεις των μεγάλων που πύρωναν τη φαντασία μας και ταυτόχρονα μας δημιουργούσαν πολλά ερωτηματικά – γιατί τάχα αυτός ο αλληλοσπαραγμός- και που κανείς απ’ τους μεγάλους δεν μπορούσε να μας δώσει ικανοποιητικές απαντήσεις.

Τους αντάρτες τους φανταζόμασταν σαν παλικάρια με πλούσια κόμη και γενειάδα, ζωσμένους με αρμαθιές φυσεκλίκια, ικανούς πολεμιστές που εδώ τους έβλεπες και εκεί τους έχανες –κατσαπλιάδες τους αποκαλούσαν πολλοί- ενώ στο προσφιλές μας παιχνίδι «Αντάρτες και Αστυνόμοι», που παίζαμε τα βράδια στις μισοφώτιστες γειτονιές του χωριού, διεκδικούσαμε οι πιο πολλοί το ρόλο του αντάρτη, και μάλιστα του Πασχαλιά που τον θεωρούσαμε σχεδόν πρόσωπο θρυλικό.

Η απομυθοποίηση, για μένα προσωπικά, ήρθε, όταν είδα από κοντά έναν αιχμάλωτο αντάρτη. Τον έφεραν οι χωροφύλακες στη Βατούσα διασχίζοντας τον κεντρικό δρόμο του χωριού και επιδεικνύοντάς τον σαν ένα είδος πολύτιμου λαφύρου. Κάτισχνος, ρακένδυτος, μ’ ένα αποστεωμένο πρόσωπο χωμένο μέσα στη ρυπαρή γενειάδα, δεμένος πισθάγκωνα με σκοινιά στο μπροστινό μέρος της καρότσας του στρατιωτικού αυτοκινήτου. Η θλιβερή εικόνα της ανθρώπινης εξαθλίωσης!

Η άλλη, η πιο σκληρή εμπειρία του εμφύλιου, ήταν αυτή που έζησα στο τέλος του, μαθητής όντας στην πρώτη τάξη του Γυμνασίου της Καλλονής.

Δεκέμβριος του 1950. Ήταν προχωρημένο απόγευμα και αρκετά παιδιά παίζαμε στην αυλή του Δημοτικού Σχολείου. Κάποια στιγμή βλέπουμε απ’ τη μεριά του πλησιόχωρου Αστυνομικού Τμήματος μια ομάδα από χωροφύλακες να έρχονται, να γεμίζουν τα παγούρια τους απ’ τις βρύσες της αυλής του σχολείου και να φεύγουν βιαστικοί. Από παιδική αδιακρισία πλησιάσαμε και παρακολουθούσαμε από κοντά τις κινήσεις τους. Τελευταίο έμεινε ένα όμορφο μελαχρινό παλικάρι που ανυπομονούσε, γιατί αργούσε να γεμίσει το παγούρι, καθώς οι βρύσες αυτές, για λόγους ίσως οικονομίας, είχαν μικρή ροή.

Γυρίσαμε στα παιχνίδια μας μένοντας ωστόσο με κάποιες απορίες σχετικά με τη σημασία του όλου περιστατικού. Σύντομα όμως οι απορίες μας λύθηκαν. Το βράδυ μαθεύτηκε σε όλη την Καλλονή ότι έγινε συμπλοκή αποσπάσματος της Χωροφυλακής με ομάδα ανταρτών στα «Τριάντα», σε μια περιοχή του βορειοδυτικού άκρου του κάμπου, όπου τραυματίστηκε ο αντάρτης Προκόπης Πανταζής από το Κεράμι και σκοτώθηκε ένας χωροφύλακας.

Την επομένη έφεραν τη σωρό του άτυχου παλικαριού και την απόθεσαν στην εκκλησία σε ένδειξη τιμής για τη θυσία του. Πήγαμε η παρέα μου συγκλονισμένοι απ’ την τραγική κατάληξη του περιστατικού που παρακολουθήσαμε το προηγούμενο απόγευμα και προς μεγαλύτερο ακόμα συγκλονισμό μας αναγνωρίσαμε στο πρόσωπο του νεκρού το

παλικάρι που είχε μείνει στις βρύσες τελευταίο και βιαζόταν να γεμίσει το παγούρι του.

Τα εβδομήντα τόσα χρόνια που πέρασαν από τότε δε στάθηκαν ικανά να θολώσουν την εικόνα που αντίκρισα. Ίσως γιατί ήταν και η πρώτη μου φορά που βρέθηκα μπροστά σε άψυχο κορμί νέου ανθρώπου. Το νεκρό σώμα του άτυχου παλικαριού βρισκόταν ασυνόδευτο στο μέσον της εκκλησίας σκεπασμένο με τη γαλανόλευκη. Στο κάτωχρο πρόσωπό του έβλεπες, θαρρείς, απλωμένο το παράπονο για τη σκληρή μοίρα που το σημάδεψε. Τα χείλη του σφιγμένα. Δυο δάκρυα είχανε παγώσει στις κόγχες των ματιών του. Μαραμένος ο ανθός της νιότης που τον θέρισε αλύπητα το δρεπάνι του Χάρου. Έμοιαζε, όπως θα έλεγε ο ποιητής, μπαξές που του έφυγαν άξαφνα τα πουλιά,/ τραγούδι που το φίμωσαν μέσα στη σκοτεινιά. /Έμοιαζε ρολόι αγγέλου που σταμάτησε.

Το απόγευμα ένας ανοιγμένος λάκκος στην ανατολική άκρη του κοινοτικού νεκροταφείου, κάτω απ’ τα κυπαρίσσια, περίμενε να τον κλείσει για πάντα μέσα στην υγρασία και τη σκοτεινιά του. Πήγαμε κι εμείς. Για μας ήταν πια ένα δικό μας πρόσωπο, κάτι σαν τον μεγαλύτερο αδερφό μας που νιώθαμε την ανάγκη να τον συνοδεύσουμε ως την τελευταία του κατοικία. Κανένας απ’ τους δικούς δεν παραβρέθηκε. Και αυτό μας προκάλεσε δυσάρεστη έκπληξη και μας έκανε να τον συμπονέσουμε ακόμα περισσότερο. Ο οδυρμός της μάνας δεν ακούστηκε, δάκρυα αδερφών ή φίλων δεν έσταξαν στο χώμα. Ένα ζεστό χέρι δε χάιδεψε το παγωμένο μέτωπό του. Αδικημένο στη ζωή, αδικημένο και στη θανή του . Οι απανωτοί πυροβολισμοί του αποσπάσματος των συναδέλφων του συνόδευσαν την ψυχή του που ανέβαινε ψηλά, καθώς εκεί κάτω έπεφτε η αυλαία της φρικτής τραγωδίας

Και τώρα που γράφω ύστερα από τόσα χρόνια αυτά που κουβαλώ αξεθώριαστα μέσα μου, νιώθω να εκτελώ επιβαλλόμενο χρέος στη μνήμη αυτού του παλικαριού. Όχι μόνο αυτού αλλά και όλων των άλλων που είχαν την ίδια μοίρα σ’ αυτό τον αδικαιολόγητο, τον αχρείαστο αγώνα. Τον εντελώς αχρείαστο αυτόν αγώνα, αφού οι ισχυροί του κόσμου μέσα σε μισή αράδα χαρακιές είχαν ορίσει το πολιτικό μέλλον της χώρας μας. Περισσότεροι από εκατό ήταν οι νεκροί σ’ αυτόν εδώ τον πόλεμο. Οι ασχολούμενοι με την ιστορία αυτής της περιόδου τους μετρούν ξεχωριστά. Τόσοι αντάρτες, τόσοι χωροφύλακες, τόσοι χίτες, τόσοι μάηδες. Δεν έχει καμιά σημασία πόσοι ήταν απ’ τη μια και πόσοι απ’ την άλλη μεριά. Οι νεκροί σ’ ένα αδελφοκτόνο πόλεμο δεν μετριούνται χωριστά. Σε κανένα πόλεμο δεν πρέπει να μετριούνται χωριστά. Γιατί οι δύσμοιροι αυτοί ήταν άνθρωποι και μάλιστα νέοι που είχαν αναφαίρετο το δικαίωμα να απολαμβάνουν τα θεία δώρα της ζωής. Να χαίρονται το φως του ήλιου, να ανοίγουν τις καρδιές τους, να ονειρεύονται, να ερωτεύονται και να δημιουργούν.

Διαβάστε επίσης

Μαρία Γιατρέλη, φιλόλογος-Μικρό αφιέρωμα στην ποιήτρια Μελισσάνθη

Γκιουζλεμέδες Μυτιλήνης-

Σελίδα φωτογραφίας- Μέρος 1ο

Σελίδα λογοτεχνίας-Μέρος 1ο

Μετάβαση στο περιεχόμενο