Τα μουσεία (μας;)-ΜΕΡΟΣ 1ο-Το λαογραφικό μουσείο

Του Ιγνάτη Ψάνη

Είχαμε αρθρογραφήσει και εμείς αλλά και άλλοι ευαίσθητοι λάτρεις του παραδοσιακού πολιτισμού πολλές φορές στην εφημερίδα του χωριού μας για την απαράδεκτη κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει τα μοναδικά μας μουσεία, το λαογραφικό και εκείνο των πετρωμάτων. Καμία ανταπόκριση από τους υπεύθυνους. Δυστυχώς, και παρά τις όποιες προσπάθειες κατάβαλε και η τοπική αιρετή αρχή μέχρι σήμερα, δεν έχει γίνει απολύτως τίποτε. Εγκατάλειψη και φθορά (του λαογραφικού). Επαναφέρουμε το θέμα, ηλεκτρονικά αυτή τη φορά, μήπως έστω και προεκλογικά (!) προστρέξει κάποιος…ΤΟ ΑΡΘΡΟ  ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΤΟ ΕΙΧΑΜΕ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙ ΣΤΟΝ “ΠΟΛΙΧΝΙΑΤΙΚΟ ΛΟΓΟ”, ΤΕΥΧΟΣ 166/2021. Εννοείται πως η κατάσταση θα έχει επιδεινωθεί!

 

ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ  ΣΗΜΕΡΑ Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟΥ ΠΟΥ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΕ ΚΑΠΟΤΕ  ΜΕ ΤΟΣΗ ΧΑΡΑ ΚΑΙ ΓΛΑΦΥΡΟΤΗΤΑ Ο ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΛΑΘΑΣ;

 

Tους ζήσαμε, τους γνωρίσαμε ως ∆ασκάλους µας, την κα Γ. Φεργαδιώτη ως εξαιρετική και προσηνή Φιλόλογο και τον κ. ∆. Κωφόπουλο ως πρωτοπόρο, δραστήριο και οργανωτικό Γυµναστή. Παιδιά του χωριού, µετά τις σπουδές τους επέστρεψαν, εργάστηκαν φιλότιµα και υπεύθυνα στο Γυµνάσιό µας και έκτοτε δέθηκαν µε το χωριό και συνδέθηκαν µε τις δραστηριότητές του. Ανέκαθεν φανατικοί και δηλωμένοι Νυφιδιώτες εξασκούν τα ενδιαφέροντά τους, περνώντας ήρεµα και δηµιουργικά το χρόνο τους ανάμεσα στο χωριό, στη Νυφίδα και τη Μυτιλήνη, όπου το ενδιαφέρον έχει πιο υψηλό εκθέτη λόγω παιδιού και εγγονιών.

Αποφάσισαν, όµως, να δηµιουργήσουν και ένα άλλο «παιδί», µε κοινωνική αποστολή αυτή τη φορά, το Λαογραφικό Μουσείο, δηµιούργηµα και αυτό της αφοσίωσης τους, του ενδιαφέροντός τους, της φροντίδας τους για το ντόπιο παραδοσιακό πολιτισµό. Να τον συγκεντρώσουν, να τον κατατάξουν, να τον καταστήσουν εµφανίσιµο, αισθητικά ενδιαφέροντα και προσιτό και να τον εκθέσουν σε έναν χώρο, προσφορά ενός ανθρώπου, που το παιδί του θυσιάστηκε για το υπέρτατο ανθρώπινο ιδανικό, την εθνική ελευθερία, του αλησµόνητου Γ. Κουβελίδη. Βλέπετε η µία εθελοντική, ανιδιοτελής και εθνική προσφορά συναντά την άλλη. Εννοείται πως δε συγκρίνονται ποιοτικά και ποσοτικά τα δύο γεγονότα: ο αγώνας και η θυσία για την εθνική ελευθερία µε τον αγώνα για την ίδρυση ενός Λαογραφικού Μουσείου. Το υπόβαθρο όµως είναι το ίδιο: το κίνητρο να προσφέρεις, η ανάγκη να είσαι χρήσιµος και για τους άλλους, το πείσµα να προσπαθείς και για τους συνανθρώπους.

Από τις επαφές που είχαµε µε κάποιους άµεσα µε το Μουσείο εµπλεκόµενους συµπεράναµε πως από την αρχή της ίδρυσής του δεν οργανώθηκε, έτσι ώστε να εξασφαλιστεί η συνεχής και απρόσκοπτη λειτουργία του σε βάθος χρόνου. Κάποιοι εθελοντές επιστρατεύτηκαν στην αρχή, στη συνέχεια ο ∆ήµος ανέλαβε και το λειτουργούσε για κάποιο χρονικό διάστηµα. Σταδιακά, ολοένα και περισσότερο λειτουργούσε υποτονικά, όταν ο σεισµός του 2017 έβαλε τη σφραγίδα του. Χαρακτηρίστηκε «κίτρινο», µη επισκέψιµο και η αδιαφορία µετατράπηκε σε εγκατάλειψη. Αφέθηκε στη µοίρα του λαβωµένο, ρηγµατωµένο, να περιµένει τη λύτρωση από µία ∆ιοίκηση που η γραφειοκρατία είναι δήθεν η δικαιολογία για όλα τα κακά, στην ουσία όµως είναι το ασφαλές καταφύγιο, το «άλλοθι», τις περισσότερες φορές όσων δεν µπορούν ή δεν θέλουν να κάνουν κάτι.

Η σηµερινή κατάσταση του Μουσείου, όπως µας έχει µεταφερθεί υπεύθυνα προκαλεί ανησυχία. Είναι προβληµατική. Στον δεύτερο όροφο του κυρίως κτίσµατος: καµιά σπιθαµή από χώµατα, άµµοι, σοβάδες, που άλλοι κρέµονται, άλλοι είναι πεσµένοι στο πάτωµα, ρηγµατώσεις σε γωνίες και στα δύο δωµάτια του ορόφου συγκροτούν ένα σκηνικό απώθησης και φόβου. Η σκάλα που οδηγεί στο δεύτερο όροφο είναι µέσα στη σκόνη και στην άµµο. Το δεύτερο σηµείο, που επίσης προκαλεί ανησυχία, είναι η κατάσταση, όπως έχει παγιωθεί πια, αφενός µε τη σκάλα που οδηγεί στο υπόγειο, που είναι έτοιµη να διαλυθεί και ο χώρος γύρω από τη σκάλα «που έχει τα χάλια του». Στο υπόγειο τα µπρούτζινα εκθέµατα θέλουν αρκετή δουλειά. Πρέπει να φύγουν οι πράσινες σκουριές και να φρεσκαριστούν µε πετρέλαιο και λάδι, ώστε να φαίνονται παλιά. Η υγρασία είναι µέγα πρόβληµα και για τη σκάλα που οδηγεί στον πρώτο όροφο και για το υπόγειο. Οι αφυγραντήρες και τα κλιµατιστικά δεν δούλεψαν. Κάποιος έπρεπε να τα φροντίζει, να τα παρακολουθεί. Ποιος; Με εντολή ποιου;

Μόλις πριν από κάποιες εβδοµάδες µετά από το σεισµό (!) κάποιοι µηχανικοί της ∆ΑΕΚ (πρόκειται για µία ∆ιεύθυνση που ασχολείται µε αποκατάσταση των επικίνδυνων δηµόσιων κτηρίων) επισκέφθηκαν το Μουσείο, έκαναν κάποια έκθεση. Στη συνέχεια συντάχθηκε ο προϋπολογισµός από υπάλληλο του ∆ήµου ∆υτικής Λέσβου και στάθηκε για έγκριση. Μας είπαν πως σε ένα µήνα περίπου θα βγει η έγκριση και θα δουν πώς ο ∆ήµος θα αναλάβει την υλοποίηση. Όµως, όταν απευθυνθήκαµε στον αρµόδιο Αντιδήµαρχο του ∆ήµου, µάς είπε πως χρήµατα δεν υπάρχουν (ο ∆ήµος θα συµµετάσχει µε το 20% των εξόδων), πως λίγο-πολύ όλα τα µουσεία του ∆ήµου «έχουν τα χάλια τους» και να περιµένουµε του χρόνου (!), γιατί συν τοις άλλοις υπάρχει και διαδικαστικό, νοµικό πρόβληµα.

Nαι, αλλά οι αµέτρητες εργατοώρες των φιλότιµων ανθρώπων που το «έστησαν», τα εκθέµατα, αποµεινάρια µνήµης και αγάπης, που το αποχωρίστηκαν από τους γονείς, τους παππούδες, τους µακρινούς συντρόφους τους; Το κτίσµα και αυτό προσφορά; Ας κάνουµε λοιπόν τώρα το λογαριασµό. Προσθέστε τον εθελοντισµό ενός χωριού, πολλαπλασιάστε τον µε το πάθος, το µεράκι, την αγάπη. Αλλά από το γινόµενο αφαιρέστε το σεισµό και το υπόλοιπο διαιρέστε το µε την αδιαφορία, τη γραφειοκρατία. Αυτόµατα το τεράστιο άθροισµα µηδενίζεται (!).

 

 

 

Διαβάστε επίσης

Η ¨Ανάσταση” για τα μπάνια μας…

Στη μνήμη του φίλου και συμφοιτητή μου Γιάννη Σταυρέλλη

Σελίδα φωτογραφίας

Μαρία Γιατρέλη, φιλόλογος-Μικρό αφιέρωμα στην ποιήτρια Μελισσάνθη

Μετάβαση στο περιεχόμενο