Συνέντευξη Τάσου Μακρή

Ε Ι Σ Α Γ Ω Γ Η

”Ποδαρικό” στη νέα μας ιστοσελίδα στις ”Συνεντεύξεις” επιλέξαμε να μας κάνει ο ΤΑΣΟΣ ΜΑΚΡΗΣ, ένας αξιόλογος άνθρωπος, που αφιέρωσε μεγάλο μέρος της ζωής του να μελετά και να καταγράφει άλλοτε ως παρατηρητής, άλλοτε ως μελετητής και άλλοτε ως χρονογράφος κάθε κοινωνικό ,πολιτιστικό και πολιτικό (με την ευρεία έννοια) δρώμενο της ευρύτερης περιοχής μας. Οι άνθρωποι και η φύση  του τόπου μας στην αλληλεξάρτησή τους, σε όλες τους τις μορφές, του παρελθόντος αλλά και του παρόντος, διασώζονται μέσα από ατελείωτη σειρά άρθρων,βιβλίων ,περιοδικών και ομιλιών του.

Κάποια στιγμή ,κάποιος οφείλει, με τη βοήθεια του ίδιου, να συγκεντρώσει όλο αυτό το πολύτιμο για την ιστορία και τον πολιτισμό του χωριού μας υλικό. Έτσι, θα διασωθεί και για μας αλλά και τους κατοπινούς, κυρίως, ένα μεγάλο μέρος από τις ρίζες μας, ”που, αν τις κόψουν, ο άνθρωπος πονεί βιολογικά, όπως όταν τον ακρωτηριάζουν” (Σεφέρης).

Η   Σ Υ Ν Ε Ν Τ Ε Υ Ξ Η

   Ιγν. Ψάνης-Ερώτηση: Αντίθετα με πάρα πολλούς, που σε ιδιωτικές συζητήσεις αλλά και δημόσια διατυπώνουν την άποψη πως το χωριό μας ”πνέει τα λοίσθια”, αργοπεθαίνει δηλαδή, εσύ πιστεύεις πως έχει τις δυνατότητες και τα εφόδια (φυσική προίκα και ικανούς ανθρώπους), για να σταθεί στα πόδια του. Σωστά;

Τάσος Μακρής-Απάντηση: Στην ερώτησή σας δεν μπορώ να απαντήσω καταφατικά, ότι θα αναπτυχθεί δηλαδή οπωσδήποτε ο Πολιχνίτος, παρά μόνο δυνητικά: Πιστεύω ότι υπάρχουν οι δυνατότητες να ξαναζωντανέψει ολόκληρη η περιοχή Πολιχνίτου, με τους γύρω του μικρότερους οικισμούς, από τους οποίους πάντα εξαρτούσε την οικονομική του ικμάδα. Και επειδή το” πιστεύω” χρειάζονται υποστηρικτικούς συλλογισμούς, για να φαίνεται αξιόπιστο, υποστηρίζω:

1- Το έδαφος της περιοχής είναι πεδινό έως λοφώδες, χωματερό και κατάλληλο και καλλιέργειες. Αν η μονοκαλλιέργεια της ελιάς είναι πια ασύμφορη, εξαιτίας και της σύγχρονης εκμετάλλευσης, που δεν μπορεί να εφαρμοστεί στο νησί μας, άλλες καλλιέργειες, όπως της αμπελουργίας, των θερμοκηπίων, των ζωοτροφών μπορούν να αποδειχθούν συμφερότερες. Το πρόβλημα των ποτιστικών νερών μπορεί να λυθεί με φράγματα, που πρέπει να χρηματοδοτηθούν από αυτούς που διατείνονται ότι δουλεύουν για την ενίσχυση της παραμεθορίου.

2- Το υπέδαφος της περιοχής προσφέρει στους ανθρώπους το σπάνιο γεωθερμικό πεδίο, που περιμένει υπομονετικά την αποδοχή της προσφοράς του. Με ”τζάμπα” ενέργεια πόσα θα μπορούσαν να γίνουν! Κι επειδή δεν γίνονται, δε σημαίνει τούτο πως δεν μπορούν να γίνουν.

3- Η περιοχή βρέχεται από θάλασσα με δύο σπάνιες υπέροχες πλαζ, των Βατερών και της Νυφίδας, που μπορούν ως εκ της θέσεώς τους να δέχονται τους λουόμενους και με το Βοριά και με το Νοτιά. Τουριστικά, λοιπόν, πολύτιμες.

4- Όλοι οι οικισμοί (Πολιχνίτος, Βρισά, Σταυρός, Βασιλικά, Λισβόρι) διαθέτουν σπίτια καλά συντηρημένα και… ακατοίκητα. Πανέτοιμα, λοιπόν ,να υποδεχτούν τους ξένους μας, αν… τους καλέσουμε. Ο Πολιχνίτος, ειδικά, σαν μεγαλύτερος και καλύτερα διατηρημένος, βρίσκεται στο κέντρο του οδικού δικτύου της περιοχής με δυνατότητα οι καλοκαιρινοί (και όχι μόνο) επισκέπτες να κινούνται εύκολα προς τις πλαζ της επιλογής τους αλλά και προς όλο το νησί.

5- Ο Κόλπος Καλλονής είναι ένα ακόμα δώρο στους τυχερούς, αλλά διανοητικά τυφλούς κατοίκους της περιοχής. Το οικοσύστημα του Κόλπου από μόνο του, με μία εμπνευσμένη επιστημονική διαχείριση και με ανοιχτόμυαλη τοπική αυτοδιοίκηση, θα μπορούσε να συντηρήσει τους γύρω οικισμούς. Αντί αυτού βιώνουμε την καταστροφική πορεία του, με την πρακτική της αδιαφορίας και της ασυδοσίας. Εδώ και αρκετές δεκαετίες θυμίζει την πεσούσα δρυ από την οποία ”πας ανήρ ξυλεύεται”.

6- Ο Κόλπος Καλλονής δίνει άριστης ποιότητας αλάτι με δύο αλυκές, της Καλλονής και του Πολιχνίτου. Κάποτε απασχολούσαν εκατοντάδες εργατών. Σήμερα, με τη χρήση μηχανημάτων περιορίστηκε κατά πολύ το εργατικό δυναμικό τους. Αν, όμως, η επεξεργασία η συσκευασία και τυποποίηση του αλατιού, γινόταν στον τόπο παραγωγής του, κάποιοι εργαζόμενοι θα ζούσαν στο χωριό μας.

Οι παραπάνω λόγοι της πίστης μας, πως θα μπορούσε ο τόπος μας να αναπτυχθεί και να συνεχίσει την πορεία του στο χρόνο, δε φαίνονται ανεδαφικοί. Γιατί όμως δεν ασχολείται κανείς με αυτούς αλλά αφήνουμε τον τόπο να ρημάζει;

Την κοινωνική και πολιτική μας ψυχανάλυση πρέπει όλοι μας να την κάνουμε.

Ι.Ψ. Ερώτηση: Εδώ και αρκετό καιρό είναι σε διαπραγμάτευση από το Δήμο Δυτικής Λέσβου η παραχώρηση εκμετάλλευσης των ιαματικών πηγών, της γεωθερμίας και του περιβάλλοντος χώρου. Η διαπραγμάτευση έχει ολοκληρωθεί. Επειδή το θέμα αυτό βρίσκεται στην κορυφή των προσδοκιών για την ανάπτυξη της περιοχής μας, θέλω το σχόλιο σου.

Τ.Μ. Απάντηση: Οι θερμοπηγές Πολιχνίτου έχουν ξεχωριστά, για το είδος τους, χαρακτηριστικά, που τις δίνουν το δικαίωμα να απαιτούν μία καλή θέση στον κλάδο του ιαματικού τουρισμού. Οι μέχρι τώρα όμως εκμετάλλευσή τους ήταν πρωτόγονη. Οι λουόμενοι έμπαιναν σε κοινές δεξαμενές, ανατολίτικου τύπου- χαμάμ, αμφιβόλου καθαριότητας και υγιεινής προστασίας. Καμία ανησυχία δεν προκαλούσε η διέλευση του ποταμοχείμαρρου, που διασχίζει το γεωθερμικό πεδίο και ο οποίος φιλοξενεί τα αστικά λύματα και τα τοξικά απόβλητα των ελαιοτριβείων.

Η εποχή μας δεν ανέχεται πια τέτοιου είδους πρωτογονισμούς. Η παραμικρή υποψία ρύπανσης του γεωθερμικού πεδίου αποκλείει το ρίσκο επένδυσης. Απαιτείται λοιπόν ολοκλήρωση του βιολογικού καθαρισμού, ο οποίος άρχισε μεν αλλά είχε την ατυχία, που έχουν τα περισσότερα τεχνικά έργα στην Ελλάδα, να τελειώνουν τα χρήματα και να μένουν ημιτελή. Κύριος οίδε, αν και πότε θα επιτευχθεί συμπληρωματική χρηματοδότηση.

Η σύγχρονη αξιοποίηση των θερμοπηγών απαιτεί καθολική εκμετάλλευση κάθε παλιάς εικόνας θερμοθεραπείας και οικοδόμηση εγκαταστάσεων με ατομικούς λουτήρες και μπόλικο γλυκό νερό, για να καθαρίζονται μετά από κάθε χρήση. Επειδή θα απαιτείται τότε πολύ ζεστό νερό, θα χρειαστούν έργα συγκέντρωσης των διάσπαρτων πηγών. Με λίγα λόγια το έργο θα είναι μεγάλο και η επένδυση σοβαρή. Οι προχειρότητες, όσο κι αν είναι ταιριαστές στις ελληνικές πρακτικές, δε νομίζω πως θα ευδοκιμήσουν σε τέτοιες ανάγκες.

Αν λοιπόν θέλουμε αξιοποίηση των θερμοπηγών μας, δεν έχουμε πάρα, συλλογικά να απαιτήσουμε από αυτούς, που διαχειρίζονται το δημόσιο χρήμα να χρηματοδοτήσουν τον βιολογικό καθαρισμό. Τότε θα έρθουν και οι σοβαρές επενδύσεις. Διαφορετικά, αν επιμένουμε στη διαχείριση των θερμοπηγών με μεσαιωνικές αντιλήψεις, θα περιμένει την ανάπτυξή τους και η επερχόμενη γενιά με φρούδες ελπίδες, όπως αποδείχθηκαν και της δικής μας, από τα προπολεμικά χρόνια μέχρι σήμερα.

Ι.Ψ.Ερώτηση: Από τους 13 δήμους που είχε το νησί περάσαμε στον έναν και τελικά σήμερα στους δύο, εκείνο της Μυτιλήνης και αυτόν της Δυτικής Λέσβου. Πολλοί πιστεύουν πως έγιναν έτσι τα πράγματα για σοβαρούς λόγους(περιορισμός των δημοσίων δαπανών, μείωση της διαφθοράς λόγω του περιορισμένου πληθυσμιακού περιβάλλοντος κ.α.). Εσύ, που παρακολουθείς τα δημοτικά θέματα από πολύ παλιά πώς αξιολογείς αυτήν την εξέλιξη στην οποία καταλήξαμε;

Τ.Μ.Απάντηση: Η κλεισθένεια διοικητική μεταρρύθμιση της τοπικής αυτοδιοίκησης ήταν μία πολύ σοβαρή υπόθεση, που έγινε με αβάσταχτη ελαφρότητα. Επιβλήθηκε στους πολίτες δίχως να τους γίνουν γνωστοί οι λόγοιοι που οδήγησαν σε μία τέτοια ολικής κίνηση. Έτσι ο καθένας πιστεύει ό,τι φαντάστηκε.

Προσωπικά φαντάστηκα μία τοπική αυτοδιοίκηση, που θα δικαιολογεί το όνομά της. Μία αυτοδιοίκηση, που θα έχει κάποια οικονομική αυτοτέλεια και όχι να κρέμεται από τις όποιες διαθέσεις των εκάστοτε υπουργών. Μία αυτοδιοίκηση που να έχει τη δυνατότητα να δρομολογήσει κάποιο αναπτυξιακό έργο, να το χρηματοδοτήσει και όχι να περιμένει την έγκρισή του από την κεντρική κυβέρνηση. Μία αυτοδιοίκηση που να μην είναι κομματιασμένη σε δήμους και περιφέρειες, για να μπλέκουν οι αρμοδιότητές τους και να γίνονται δυσκίνητες και οι δύο. Μία αυτοδιοίκηση που να κινείται στοχεύοντας σε κάποιο όραμα και όχι σε κάποια απλή, κατά το μάλλον ή ήττον, χρηστή διαχείριση. Μία αυτοδιοίκηση, στα γραφεία και στις υπηρεσίες της οποίας θα μπορεί να κινείται ο κάθε δημότης σαν στο σπίτι του, για να βλέπει γρήγορες λύσεις στα προβλήματα της καθημερινότητας.

Δεν είμαι σίγουρος, αν αυτές οι ιδεοληψίες μου μπορούν να είναι στόχοι της αυτοδιοίκησης ή μήπως θεωρούνται δυνατότητές κάποιας κοινωνίας αγγέλων. Πάντως είναι σίγουρο, και αυτό μπορεί να αποδειχθεί με μία έρευνα, πως η ζωή των καποδιστριακών δημοτών δυσκόλεψε και πώς δυσκολεύονται να βρουν κάτι από το οποίο ωφελήθηκαν. Η μόνη σίγουρη ωφέλεια είναι η ανάπτυξη (οικονομική) της πρωτεύουσας του Δήμου. Αν ήταν αυτός ο στόχος της μεταρρύθμισης, το εγχείρημα στέφθηκε με επιτυχία!

Ι.Ψ.Ερώτηση: Τα μεγάλα πολιτικά γεγονότα, όπως η Κατοχή, το μετεμφυλιακό κλίμα, η Δικτατορία του ’67, η Μεταπολίτευση, πώς τα έζησε το χωριό μας, πώς τα χειρίστηκε η κοινότητα;

Τ.Μ. Απάντηση: Οικισμός σφιχτά δομημένος, με όλα τα οικόπεδά του χτισμένα, με σπίτια γερά, σίγουρα, καλοφτιαγμένα και καλοσυντηρημένα, είναι το χωριό μας. Διατηρητέος οικισμός, γιατί τέτοια οικοδομήματα με πελεκητή πέτρα δεν ξαναγίνονται. Αδειανά τα σπίτια, αλλά συντηρημένα, λες και οι ιδιοκτήτες τους κάτι περιμένουν να συμβεί, για να ξαναγυρίσουν! Αλλά γιατί έφυγαν;

Στην ιστορική πορεία των ανθρώπων, φαινόμενα εγκατάλειψης οικισμών έχουμε πολλά. Κάθε φορά κάποια ή κάποιες αιτίες έδιωχναν τον κόσμο από τα σπίτια τους και δεν ξαναγύριζαν, για να καταχωρούνται οι τέτοιοι οικισμοί στα κιτάπια της Αρχαιολογίας. Μία τέτοια θέση δεν θέλουμε να πάρει και το χωριό μας, γι’ αυτό ψάχνουμε τους λόγους της ερήμωσης.

Πήρα τους δρόμους με τα πόδια. Κλειστά παράθυρα, αμπαρωμένες  πόρτες. Κάθε σπίτι και μία ιστορία… Με τα παιδιά αυτού του σπιτιού, από το ΄44 μέχρι το ΄47 ήμασταν μαζί στο σχολείο. Στον εμφύλιο έφυγαν, δεν ξανάκουσα για αυτούς. Στο διπλανό σπίτι ζούσε ένα ζευγάρι με τέσσερα παιδιά. Θυμάμαι και τα ονόματά τους. Έφυγαν οικογενειακώς, για να γίνει ο πατέρας θυρωρός σε πολυκατοικία και η μητέρα καθαρίστρια. Τα παιδιά, όμως, σπούδασαν. Στο απέναντι ζούσαν δύο αδέρφια με μία αδερφή. Έφυγαν όλοι στην Αυστράλια. Οι γονείς πέθαναν μόνοι περιμένοντας να γυρίσει κάποιο παιδί τους. Λίγο πιο κάτω κάποιοι αυτοονομαζόμενοι  εθνικόφρονες, έστειλαν τον ιδιοκτήτη του όμορφο σπιτιού στα ξερονήσια, τα περίεργα εκείνα αναμορφωτήρια, για να βάλει μυαλό. Η οικογένεια βρήκε καταφύγιο στην Αθήνα…

Άρχισα να έχω παραισθήσεις. Αισθανόμουν έναν αόρατο γίγαντα με ένα μαστίγιο στο χέρι, να μαστιγώνει ανελέητα τον τόπο και να διώχνει τους ανθρώπους. Μία δυνατή μαστίγωση στην Κατοχή, μία άλλη στον Εμφύλιο. Ανάπαυλα δεν υπήρξε στη μετεμφυλιακή περίοδο και η κατάσταση επιδεινώθηκε στην τραγική γελοιότητα του ΄67. Αλλεπάλληλες μαστιγώσεις έτρεπαν τον κόσμο στη φυγή, μέχρι που έγινε μόδα, με το ενοχοποιητικό όνομα ”αστυφιλία”. Στην πραγματικότητα, όμως, ήταν ”αστυανάγκη”.

Στη μεταπολίτευση δεν έγινε εφικτή η συγκράτηση της φυγής, γιατί το χωριό μας ακολούθησε και αυτό την τύχη της Ελληνικής υπαίθρου, που κάποιοι φωτεινοί νόες της πολιτικής και της οικονομίας φρόντισαν να ερημώσουν. Καμιά επένδυση στις επαρχίες, χτύπημα ανελέητο της τιμής του λαδιού και γενικά των αγροτικών προϊόντων, άνοδος του βιοτικού επιπέδου στις πόλεις, έσπρωξαν τον κόσμο στη μετανάστευση και στην αστυφιλία. Η τοπική αυτοδιοίκηση ξεδοντιασμένη  και άνευρη παρακολουθεί την κατάρρευση, ανίκανη να παρέμβει.

Η καμπάνα της Εκκλησίας με τους χτύπους της μετρά τους γέρους ,που φεύγουν και τώρα πια και αυτή κοντεύει να σωπάσει…

Τις πταίει;

Ι.Ψ. Ερώτηση: Ένας παλιός και έμπειρος πολιτικός του νησιού μας, μού έλεγε τις προάλλες πως σε δυο χωριά του νησιού οι κάτοικοι αδιαφορούν για το χωριό τους, το ένα είναι ο Πολιχνίτος. Έχει δίκιο ή μήπως  είναι μια γενικότερη συμπεριφορά, που παρατηρείται οριζόντια στην κοινωνία;

Τ.Μ. Απάντηση: Η εγκατάλειψη της υπαίθρου πιστεύω ότι δεν έχει γίνει επιλεκτικά, για να τιμωρηθούν μερικές περιοχές, που έχουν κατά πλειοψηφία διαφορετικό πολιτικό φρόνιμα από αυτό των διοικούντων. Και τούτο, γιατί η εγκατάλειψη πλήττει ολόκληρη την Ελληνική ύπαιθρο. Άρα, πρόκειται για ολοκληρωμένη και συνειδητή πολιτική. Οι βιομηχανικές μονάδες αδειοδοτήθηκαν και αναπτύχθηκαν γύρω από τις μεγάλες πόλεις. Η ανοικοδόμηση, η αντιπαροχή, όλες οι υπηρεσίες, τα πανεπιστήμια, όλα αναπτύχθηκαν γύρω από τις μεγάλες πόλεις και κυρίως την Αθήνα.

Η άλλη πάλι η άποψη, πως οι  Πολιχνιάτες, που κατέχουν θέσεις κλειδιά στην κρατική μηχανή και θα μπορούσαν να βοηθήσουν το χωριό τους αλλά δεν το κάνουν, τους για δικούς τους λόγους, με βρίσκει αδιάφορο. Με ελεημοσύνες δεν σώζεται ένας τόπος. Δεν γίνεται τίποτα ,όταν λείπει η αναπτυξιακή πολιτική, που θα κάνει τα γρανάζια της ανάπτυξης να κινηθούν και να πιστέψουν οι άνθρωποι πως θα μπορέσουν να ζήσουν, όταν αποφασίζουν να μείνουν. Τα ξεγελάσματα των Μαυρογιαλούρων έχουν πάντα εφήμερη ζωή.

Ι.Ψ. Ερώτηση: Έχεις ασχοληθεί σε βάθος και πλάτος με την ντοπιολαλιά μας. Την έχεις μελετήσει σε όλες τις μορφές της, έχεις συγγράψει βιβλία, έχεις συμμετάσχει σε εκδηλώσεις, ομιλίες γι’ αυτήν. Τι είναι αυτό που σε εντυπωσιάζει  στην ντοπιολαλιά μας;

Τ.Μ.  Απάντηση: Ανήκω σε μία γενιά, που η μητρική μου γλώσσα, που την άκουσα στο σπίτι, που τη μιλήσαμε, που έπαιξα στο δρόμο και στο σχολείο, ήταν τα λεσβιακά και ιδιαίτερα τα πολιχνιάτικα. Η ντοπιολαλιά μας τώρα πια έχει αλλοιωθεί, με την παρέμβαση της παιδείας και την επιβολή της ενιαίας νεοελληνικής. Εμένα αυτό με πονούσε, γιατί σε λίγα χρόνια κανείς δε θα ήξερε πια τίποτα για το προγονικό μας ιδίωμα, αφού ως γνωστόν δεν υπάρχουν κείμενα σε αυτή τη γλώσσα (τα Πολιχνιάτικα).

Όταν άρχισα τη συλλογή λέξεων, φράσεων, παροιμιών, βρέθηκα μπροστά σε ένα θησαυρό, που έκρυβε αναρίθμητες πληροφορίες, ιστορικές, κοινωνικές, πολιτιστικές, πληροφορίες που θα βοηθούσαν τον ερευνητή να καταλάβει το πολιτιστικό επίπεδο και την κοινωνική ψυχοσύνθεση των προγόνων μας. Σε μία τέτοια περίπτωση και σε μία ειλικρινή ενδοσκόπηση ο ερευνητής θα μπορούσε να εξηγήσει τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του, αφού είναι απευθείας απόγονος εκείνων των προγόνων.

Οι λέξεις είναι εικόνες. Απεικονίζουν τη ζωή των ανθρώπων, που τις χρησιμοποιούν, και δείχνουν το επίπεδο πολιτισμού που έχουν φτάσει. Σκαλίζοντάς τες βρίσκουμε την ιστορική πορεία των προγόνων μας, που ήταν μία αδιάλειπτη πορεία, παράλληλη και συμμετοχική της πορείας του έθνους  μας.

Οι επικρίσεις, πως το λεσβιακό ιδίωμα περιέχει πολλές ξένες λέξεις μοιάζει με αστειότητα. Πού υπάρχει, άραγε, η καθαρή γλώσσα δίχως τα δάνειά της; Ο έπαινος στα λεσβιακά είναι ότι ενσωμάτωσε τις ξένες λέξεις, τις δούλεψε και τις μετασχημάτισε με τους μηχανισμούς της Ελληνικής και τις έκανε πια δικές του. Έτσι τα λεσβιακά υποψιάζομαι πως διαθέτουν ευρύτερο λεξιλόγιο απ’ ό,τι τα ομιλούμενα νεοελληνικά.

Την περισσότερη ομορφιά όμως στη γλώσσα μας τη βρίσκω στο φιλοσοφημένο, σύντομο, αφάνταστα περιεκτικό, κατά κανόνα διαχρονικό, λόγο των παροιμιών και των  παροιμιωδών φράσεων. Λόγια που διατύπωσαν οι πρόγονοί μας, για να έχουν ισχύ στους αιώνες. Γι΄ αυτό προσπαθώ να σώσω από αυτή τη γλώσσα ό,τι ακόμα σώζεται.

Ι.Ψ. Ερώτηση: Ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής σου, που είναι και το αγκυροβόλι σου (εξάλλου εκεί άλλαξες πια τελευταία) επιγραμματικά λέγεται Σκάλα Πολιχνίτου. Πώς τη βρήκες παλιά και πώς τη βρίσκεις σήμερα;

Τ.Μ. Απάντηση: Η περιοχή της Σκάλας είναι ένας εκτεταμένος αρχαιολογικός χώρος με νεολιθικούς και ρωμαϊκούς- πρώιμους χριστιανικούς οικισμούς, που περιμένουν την αρχαιολογική σκαπάνη. Στον Μεσαίωνα όμως, μέχρι τον 18ο αιώνα, φαίνεται να μην παρουσίαζε ενδιαφέρον η περιοχή, ίσως εξαιτίας της πειρατείας, και είχε εγκαταλειφθεί.

Κατά το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα ο Πολιχνίτος είχε γίνει πια μία ακμάζουσα κωμόπολη, που χρειαζόταν λιμάνι για τις εξαγωγές και τις εισαγωγές της. Η πειρατεία άρχισε να υποχωρεί και τα παραθαλάσσια να ξαναζωντανεύουν. Η περιοχή της Σκάλας ήταν το πλησιέστερο και το πιο προσβάσιμο παραλιακό σημείο. Ήταν όμως τόσο άσχημη, που δεν είχε ούτε όνομα! Τα χρησιμοποιούμενα ονόματα, παραθαλάσσια τοπωνύμια ήταν τα Αρά και το Σουλουμανέλ’. Ή Απλοθήρα, η Φλια, ο Καρτσνάς ήταν στα ενδότερα.

Η ιστορία του θησαυρού, που βρήκε ο εκ Παρακοίλων Σάββας Χατζηευστρατίου (μετέπειτα Σάββας Σάββας), η θέση του πρώτου οικήματος- μαγαζιού και η εγκατάσταση σε αυτό της εμπορικής δραστηριότητας των αδελφών Χατζηευστρατίου σκιαγραφεί το αδιαμόρφωτο τοπίο. Οι  ιδιοκτησίες των χωραφιών- οικοπέδων που ανήκαν όλες στις πλούσιες οικογένειες του Πολιχνίτου, βεβαιώνουν πως η απόφαση χρησιμοποίησης του λιμανιού της Σκάλας πάρθηκε από τη Δημογεροντία και τα μέλη της έσπευσαν να οικειοποιηθούν τη γη, που θα έπαιρνε αξία. Και επειδή το μεγαλύτερο μέρος της γης και τα περισσότερα οικήματα ανήκαν στον Σάββα Σάββα, ο μύθος του θησαυρού φαίνεται να μην ήταν καθόλου μύθος.

Όταν πλησίασαν στο λιμάνι τα εμπορικά πλοία, παρουσιάστηκαν οι ανάγκες του δρόμου και του νερού. Ο πρώτος δρόμος ήταν για τα υποζύγια. Σήμερα υπάρχουν ακόμα ίχνη του, που μαρτυρούν την αδυναμία του να εξυπηρετεί τροχήλατα οχήματα. Ίσως ένα αιώνα αργότερα έγινε ο αμαξιτός δρόμος για τα κάρα και πρόσφατα ο αυτοκινητόδρομος. Το νερό το έφεραν από την πηγή του Καρτσνά και επειδή ήταν λίγο, ο ευεργέτης Οικονόμος Χατζηγεωργίου, έκανε τη βρύση- δεξαμενή, για να παίρνουν τα καράβια νερό. Στέκεται εκεί από το 1834, ξεδίψασε ναυτικούς και περαστικούς από τη Σκάλα και όταν κάποια στιγμή σταμάτησε να λειτουργεί, βανδαλίστηκε  ασύστολα από αδαείς ψαράδες και κερδοσκόπους μηχανικούς και εργολάβους.

Τα μέτρα εκσυγχρονισμού της οθωμανικής αυτοκρατορίας επέτρεψαν ευρύτερες οικονομικές δραστηριότητες σε όλους τους υπηκόους της. Αυτό έφερε τη βιομηχανική ανάπτυξη της Σκάλας με πυρηνοεργοστάσιο, ατμοκίνητο ελαιοτριβείο, σαπωνοποιεία, που έδωσαν ζωή στη Σκάλα και τη μετέτρεψαν σε εμπορικό κόμβο.

Η απελευθέρωση  του νησιού το 1912 και η ένταξή του στο ελληνικό κράτος έκοψε τη διασύνδεσή του με τη Σμύρνη και έφερε την παρακμή της Σκάλας. Παρά ταύτα μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1960 από τη Σκάλα διακινούνταν ακόμα οι εξαγωγές και εισαγωγές της περιοχής, που ήταν εξαγωγή αλατιού, λευκόλιθου, ρετσίνης, λαδιού και εισαγωγές κυρίως σιτηρών και αποικιακών εμπορευμάτων. Ακόμα μένουν τα εμπορικά- αποθήκες από τις οποίες προμηθεύονταν όλα τα χωριά της περιοχής πράγματα του εμπορίου.

Οι αποθήκες λεγόταν και μαγαζιά (αραβική λέξη), για τούτο το πρώτο όνομα της Σκάλας ήταν Μαγαζιά. Αργότερα ονομάστηκε Ελπίδα και μετά την απελευθέρωση Σκάλα, που το επέβαλε η Ελληνική Διοίκηση.

Η διακίνηση εμπορευμάτων δια θαλάσσης γινόταν με ιστιοφόρα μέχρι και το ΄40. Μεταπολεμικά, τα ίδια ιστιοφόρα έγιναν και ντιζελοκίνητα και περίμεναν πάντα αραγμένα αρόδο στο λιμάνι να ΄ρθει η σειρά τους να εξυπηρετηθούν από το σωματείο των φορτοεκφορτωτών με το όνομα το΄΄Κύτος”.

Η οικονομική ανάπτυξη της Σκάλας έφερε σιγά-σιγά και τους ψαράδες από το αλιευτικό στέκι, που ήταν στο Αμμούδι.

Η Σκάλα δέχτηκε δύο ισχυρά πλήγματα που την έφεραν σε παρακμή. Το πρώτο ήταν η απελευθέρωση του νησιού, που το έκανε για πρώτη φορά να νιώσει πως ήταν νησί. Το δεύτερο ήταν η ανάπτυξη μεταπολεμικά της συγκοινωνίας. Τότε σταμάτησαν να έρχονται τα ξύλινα καράβια και τα πάντα διακινούνταν μέσω Μυτιλήνης.

Τώρα η Σκάλα είναι μόνο αλιευτικό καταφύγιο και οι ψαράδες είναι οι μόνιμοι κάτοικοί της. Ζωντανεύει δύο μήνες το Καλοκαίρι με τους παραθεριστές και πέφτει σε χειμερία νάρκη τους υπόλοιπους μήνες.

Ι.Ψ. Ερώτηση: ο Κόλπος της Καλλονής είναι η άλλη αδυναμία σου. Έχεις γράψει, έχεις μιλήσει για αυτόν επανειλημμένα. Ποιο είναι το παρόν, ίσως και το μέλλον του; Επιπρόσθετα τι είναι τα χάβαρα και πώς γίνεται η εκμετάλλευσή τους; Διαβάζω πολλά για αυτά.

Τ.Μ. Απάντηση: Η πονεμένη ιστορία του Κόλπου Καλλονής αρχίζει από την εποχή του Αριστοτέλη και του μαθητή του Θεόφραστου. Ήρθαν κυνηγημένοι από τους δημοκρατικούς της Αθήνας να προστατευθούν στην πατρίδα του Θεόφραστου, την Ερεσό. Ανήσυχα πνεύματα,  όμως, όπως ήταν, για να μη χάνουν τον καιρό τους, ήρθαν στη λιμνοθάλασσα, όπως την έλεγαν, και επί δύο χρόνια τη μελετούσαν και έτσι από δω ξεκίνησαν οι φυσικές επιστήμες. Ο Αριστοτέλης διατύπωσε και μία προφητεία η οποία μέχρι σήμερα επαληθεύεται επακριβώς: ”Η λιμνοθάλασσα έχει πολλά όστρακα, αλλά ο τρόπος αλίευσής τους θα καταστρέψει το οικοσύστημα”.

Κανείς δεν κατάλαβε, και σήμερα ακόμα, τι είπε ο Αριστοτέλης. Εν έτει 2022 το ελληνικό κράτος δίνει άδεια να αλιεύονται τα όστρακα με τον τρόπο που ανησύχησε τον Αριστοτέλη! Πάντως ο αλιευτικός Συνεταιρισμός Καλλονής έστησε την προτομή του σοφού να βλέπει τη λιμνοθάλασσα να ερημώνεται σιγά-σιγά, να μένει δίχως ζωή, μόνο νερό που δεν ξέρουμε πόσο καιρό ακόμα θα μείνει γαλάζιο.

Η λιμνοθάλασσα, ο Πυρραίων πόρος, ο Κόλπος Καλλονής είναι ένα σπάνιο οικοσύστημα που χρειάζεται μία πολύ εκτεταμένη πραγματεία για ένα περιγραφεί. Αν αφεθεί να λειτουργήσει με τρόπο φυσικό, με τις οικολογικές  ισορροπίες που  με υπομονετικές διαδικασίες και αβίαστα στο χρόνο πέτυχε, μπορεί να γίνει ένα φυσικό ιχθυοτροφείο. Σήμερα τα πάντα έχουν διαταραχθεί και η δυναμικότητά του φθίνει από μέρα σε μέρα.

Η ευθύνη καταλογίζεται γενικά στον παράγοντα άνθρωπο, όπως γίνεται για όλες τις θάλασσες του πλανήτη μας. Πέραν αυτού όμως οι ιδιαιτερότητες των οικοσυστημάτων δείχνουν μερικές ομάδες ανθρώπων να τους λογίζονται μεγαλύτερα ποσοστά ευθυνών, όπως είναι η κρατική διοίκηση με το σχετικό υπουργείο, που αδιαφορεί πλήρως για το οικοσύστημα και αφήνει τη διαχείρισή του στον ανύπαρκτο πατριωτισμό των εργατών του.

Μία από τις ζωτικές διεργασίες είναι ο καθαρισμός του νερού από το νέφος του πλαγκτόν και μικροτεμαχίων νεκράς ύλης. Αυτή τη δουλειά την έχουν αναλάβει τα όστρακα, τα είδη και οι ποσότητες των οποίων είναι ανυπολόγιστες. Τα όστρακα δουλεύουν νυχθημερόν και κρατούν διαυγή τα νερά μιας κλειστής θάλασσας. Διαφορετικά θα έπρεπε να ήταν πρασινωπά σαν των λιμνών.

Τα όστρακα, με το γενικό  όνομα χάβαρα, είναι όχι μόνο εδώδιμα αλλά και πολύ νόστιμα, για αυτό και αλιεύονταν από τον άνθρωπο ανέκαθεν. Μεταξύ τους όμως επικρατεί, όπως γενικά στη φύση και κάποιος ανταγωνισμός. Η φύση ξέρει βέβαια να φέρνει την ισορροπία. Όταν όμως βάζει το χέρι ο άνθρωπος, που έχει τις προτιμήσεις του σε ορισμένα είδη και χρησιμοποιεί καταστροφικές μεθόδους αλίευσης, επέρχεται η διαταραχή της ισορροπίας, η οποία κατά κανόνα φέρνει καταστροφή.

Τα όστρακα, όπως κάνουν οι περισσότεροι οργανισμοί στο νερό, αφήνουν ελεύθερους τους απογόνους τους να παρασυρθούν από τα ρεύματα και όταν κάποιοι καταφέρνουν να κολλήσουν κάπου, αρχίζουν την ανάπτυξή τους. Μέχρι τότε όμως είναι πλαγκτόν, το οποίο περνά από το στομάχι άλλων οργανισμών. Αν λοιπόν ένα είδος, που δεν αρέσει και πολύ στους ανθρώπους, αφεθεί να υπερπολλαπλασιαστεί, τότε καταπιέζει με τον υπερπληθυσμό του αλλά είδη. Το είδος του μυδιού, που κάποτε θυμάμαι, ήταν ο αριθμός του σε ισορροπία με αλλά ήδη στον Κόλπο, έχει πετύχει τα τελευταία χρόνια να κυριαρχήσει στο οικοσύστημα του Κόλπου, και ίσως να είναι η αιτία, που μειώθηκαν τα χτένια και άλλα είδη.

Με αυτή τη λογική η εκμετάλλευση του οποιουδήποτε είδους όστρακου με ανεξέλεγκτο τρόπο, φυσικό ή τεχνητό, ενέχει τον κίνδυνο της οικολογικής διαταραχής. Οι ψαράδες βέβαια θέλουν  τα οικόπεδα τους ελεύθερα για τις δικές σου δραστηριότητες, αλλά η Διεύθυνση Αλιείας, αν θέλει να επέμβει εποικοδομητικά, θα πρέπει να στείλει άξιους επιστήμονες να μελετήσουν επί τόπου τα πράγματα και να δώσουν λύσεις, προστατεύοντας το οικοσύστημα και όχι να υπηρετούν τα συμφέροντα, οικονομικά ή πολιτικά, τα οποία φέρουν προσωρινά οφέλη αλλά αφήνουν πίσω τους την καταστροφή.

Αγαπητέ Τάσο, σε ευχαριστούμε από καρδιάς. Να είσαι βέβαιος πως όσα είπες άγγιξαν και το μυαλό μας και την καρδιά μας. Οι παλιοί θυμήθηκαν και οι νέοι θα μάθουν.

Διαβάστε επίσης

Πολιχνίτος: Ένα χωριό-ανοιχτό μουσείο στα νοτιοδυτικά της Λέσβου

ΔΥΟ ΕΜΒΛΗΜΑΤΙΚΑ ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΚΤΗΡΙΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΜΑΣ

“Ανιστουρίσματα”, το νέο βιβλίο της Στέλλας Καρνά

Σελίδα φωτογραφίας- Μέρος 12ο

Μετάβαση στο περιεχόμενο