Περί καθαρότητας του γλωσσικού μας ιδιώματος. Τάσος Μακρής

Ιγνάτης Ψάνης

Όπως είναι γνωστό, το γλωσσικό μας ιδίωμα εμπεριέχει πολλές τουρκικές λέξεις, που για λόγους ιστορικούς έχουν ενσωματωθεί και πλήρως αφομοιωμένες πια αποτελούν κομμάτι του γλωσσικού μας κεφαλαίου.
Ο ακούραστος Τάσος Μακρής, που επί χρόνια διερευνά και το γλωσσικό  μας ιδίωμα αναφέρεται στον εμπλουτισμό του από τις τουρκικές λέξεις.
Αλήθεια τις χρειαζόμαστε; Η απάντηση στο κείμενο που ακολουθεί, όπου έπεται και ένα εξαιρετικό παράδειγμα με τη λέξη “ταρλακός” προερχόμενη από την τουρκική”tarla”, που σημαίνει χωράφια…
Περί καθαρότητας του γλωσσικού μας ιδιώματος.
Τάσος Μακρής
Επικρίνεται το γλωσσικό μας ιδίωμα πως είναι εφοδιασμένο με πολλές τούρκικες λέξεις με τις άλλες άλλες η ελληνική γλώσσα του. Η παρουσία των τούρκικων λέξεων είναι μια πραγματικότητα αλλά η αλλοίωση της γλώσσας είναι υπερβολή και, για να γίνει κατανοητό το πρόβλημα και να συνειδητοποιήσουμε τι χάνει και τι κερδίζει, πρέπει να δούμε τα πράγματα με την ψυχραιμία. Το ερώτημα που πρέπει να προκριθεί είναι: τι ήταν αυτό που ανάγκασε τους προγόνους μας να υιοθετήσουν τουρκικές λέξεις, αφού ως γνωστόν η ελληνική έχει τη δυνατότητα να υπηρετήσει κάθε έννοια και σημασία, που προκύπτει στο λόγο;
η γλώσσα λειτουργεί μέσα σε κάποια, στιγμή του διαφορετική, πολιτισμική ατμόσφαιρα και φτιάχνει πολύ προσεκτικά ήχους- λέξεις, με τις οποίες θα αποδώσει όσο γίνεται περισσότερες έννοιες. Η πολιτισμική αυτή ατμόσφαιρα διαφοροποιείται με την επικράτηση νέων συνθηκών, όπως έγινε με τη μετάβαση από το Βυζάντιο στην Τουρκοκρατία. Τότε, στην ίδια περιοχή φύσηξε άνεμος άλλου πολιτισμού, με τις δικές του θέσεις και ερμηνείες της πραγματικότητας. Λέξεις, για να αποδοθούν οι καινούργιες έννοιες, ή, έστω, και οι ελάχιστες διαφοροποιήσεις τους δεν υπάρχουν. Οι κατακτητές έφεραν τις δικές τους και οι υπόδουλοι αναγκάστηκαν να τις υιοθετήσουν, για να μην επικοινωνήσουν.
Αυτή η πρακτική συμβαίνει από πάντα στην κάθε είδους επικοινωνία των λαών και δεν είναι πατριωτική προδοσία. Ίσα-ίσα πρόκειται για σωστή ευλογία στο παγκόσμιο πολιτισμό και πολιτιστικό γίγνεσθαι της Γης. Οι γλώσσες εμπλουτίζονται, αλληλοκατανοούνται, ο πολιτισμός εξελίσσεται. Οι αρχαίοι ημών πρόγονοι δανείστηκαν λέξεις από τους μεσογειακούς λαούς που βρήκαν στο χώρο, που ονομάστηκε η Ελλάδα, τις ανακάτεψαν με τις δικές τους και έφτιαξαν τη θαυμαστή εθνική γλώσσα, που με τη σειρά της πλούτισε τις γλώσσες της Γης. Το φαινόμενο αυτό είναι σε έξαρση στους χρόνους μας με την επιστημονική και τεχνολογική πρόοδο φαίνεται ατελέσφορη κάθε προσπάθεια αναχαίτισής του.
Οι πρόγονοί μας με τις τούρκικες λέξεις έκαναν κάτι αρκετά έξυπνο: Τις εντάξει στη γλώσσα μας με τρόπο που να μην διακρίνονται πως είναι ξένες. Τις ελληνοποίησαν! Η γλώσσα μας έχει γίνει και άρθρα, που προσδιορίζουν, έχει πτώσεις και αριθμούς και μέρη του λόγου, που την κάνουν ευέλικτη και εύστοχη στην απόδοση νοημάτων. Στα τούρκικα λείπουν πολλά από αυτά. Πήραν λοιπόν λέξεις και τις έβαλαν άρθρα, αριθμούς, πτώσεις, ρήματα με πρόσωπα, αριθμούς, χρόνους και εγκλίσεις και τα έβαλαν όλα να λειτουργούν όπου οι ελληνικές λέξεις έχαναν τα νερά τους. Και δεν σταμάτησαν εκεί αλλά αντιλήφθηκαν πως μπορούσαν να τις εμπλουτίσουν και με άλλες λεπτομέρειες σημασίες και έτσι προέκυψαν τελείως διαφορετικού νοήματος λέξεις, απ’ ό,τι ήταν στην τούρκικη γλώσσα.
Τα ταρλάτσια και οι χαζοί
Οι παραπάνω λέξεις είναι τούρκικες ή ελληνικές; Αν θα της αποδίδαμε στην ελληνική, θα χρησιμοποιούσαμε και για τις δυο τις ελληνικές ανόητοι και βλάκες. Τι μας ανάγκασε όμως να χρησιμοποιήσουμε δύο ξένες λέξεις και όχι τις δικές μας; Η γλώσσα θέλει να κάνει τη δουλειά της και δεν την νοιάζει η προέλευση της λέξης, που θα χρησιμοποιήσει, για να εκφράσει κατανοητά αυτό που θέλει.
Η ελληνική λέξη έχει και τη λέξη “αγροίκος”, που είναι ο άνθρωπος του αγρού που έχει χοντροκομμένους τρόπους συμπεριφοράς αλλά και πολλή αφέλεια και απλοϊκότητα. Όμως και ο ανόητος και ο βλάκας και ο αγροίκος έχουν παγιωμένο νοηματικό περιεχόμενο και δεν σηκώνουν και άλλο νοηματικό φορτίο. H τούρκικη όμως γλώσσα έλεγε τα χωράφια στα οποία ζούσαν οι αγροίκο”tarla”, άρα ο αγρO;Iκος θα ήταν ο “ταρλακός”,που πάνω του θα μπορούσαν να φορτώσουν ιδιότητες, που δεν σήκωνε ο αγροίκος. Ο ταρλακός δεν ήταν πια μόνο ο άξεστος αλλά και ο διανοητικά δυσκίνητος, αυτός βρίσκεται σε κατάσταση μόνιμες ζάλης, ο “ζαλίκουρας” (άλλος ιδιωματισμός). Από το ταρλακός προήρθε και το δεύτερο “ταρλάκιον”, το οποίο κατά τους νόμος της ντοπιολαλιάς μας έπαθε τσιτακισμό και έγινε “ταρλάτς”. Για να γίνουν όλα αυτά,χρειάζεται ενέργεια, την οποία αναλαμβάνει να προσδώσει το ρήμα. Έτσι φτιάχτηκε και το ενεργητικό “ταρλακώνω” και το παθητικό “ταρλακώνουμι”, που σηματοδοτούν τη διανοητική ακινητοποίηση από θορύβους και πολυλογία.
Στον πληθυντικό τα ταρλάτσια σηματοδοτούν ομάδες, σύνολα, που δέχτηκαν πλύση εγκεφάλου από επιτήδεια προπαγάνδα και δεν είναι πια σε θέση να διακρίνουν το καλό από το κακό, το συμφέρον από τη ζημιά τους, το ψέμα από την αλήθεια. Οι πρόγονοί μας είχαν αντιληφθεί ότι τέτοιες ενέργειες ήταν συνηθισμένες στις κοινωνίες τους και στη σημασία της λέξης προσκόλλησαν την ειρωνεία αλλά και την υποτίμηση:”διαβόλ’ τα ταρλάτσια…!” Πού να ζούσαν σήμερα και να τους βάζαμε να ξεχωρίσουν τους έξυπνους από τα ταρλάτσια! Η λέξη που μας κληροδότησαν αποδείχθηκε η καταλληλότερη, για να αποδώσει εύστοχα τα αποτελέσματα της υπερπληροφόρησης στην εποχή μας.
Η λέξη “χαζός” προήλθε από την ελληνοποίηση της τουρκικής λέξης “haz”, που σημαίνει ευχαρίστηση. Η ευχαρίστηση δεν είναι κάτι που βρίσκεται σε πρώτη ζήτηση. Αν κάποιος το haz το βρίσκει παντού, τούτου σημαίνει νοητική καθυστέρηση και θα μπορούσε να τον πει κανείς “χαζό”. Όταν μάλιστα προσηλώνει το βλέμμα κάπου, με ύφος ευχαριστημένου, μπορούμε να πούμε ότι” χαζεύει “. Θα ήταν “χαζομάρα” μια τόσο εκφραστική λέξη να τη διαγράφαμε από τη γλώσσα μας.
Ευτυχώς, δεν κάναμε αυτό το λάθος και έτσι έχει η ελληνική έχει στη διάθεση της μια εύχρηστη λέξη με τούρκικη ρίζα αλλά με μορφή ελληνική, που ξεγελά τους Έλληνες, που δεν πολυσκοτίζονται για την ετυμολογία των λέξεων. Για να καταλάβουμε την χρησιμότητα της, ας σκεφτούμε σε πόσες περιπτώσεις τη χρησιμοποιούμε σαν πρώτο συνθετικό, για να υποβαθμίσουμε την εξυπνάδα ή τη χρησιμότητα ανθρώπων, πραγμάτων: Η τηλεόραση είναι το βαρετό, το παραπλανητικό “χαζοκούτι”. Αν αυτό είναι αλήθεια, εμείς που τη χαζεύουμε από το πρωί ως το βράδυ τι είμαστε;
Οι δύο λέξεις, “ταρλάτς” και”χαζός”  με τούρκικη ρίζα, αλλά με ελληνική συμπεριφορά, εξαιτίας της ένταξής τους στους κανόνες της νεοελληνικής γραμματικής, κυριολεκτικά δημιουργήθηκαν από τους προγόνους μας και εντάχθηκαν στο λεξιλόγιο της ντοπιολαλιάς μας ,για να αποδίδουν λεπτές αποχρώσεις των εννοιών, που δεν τις έβρισκαν σε ελληνικές. Αυτή η επιμονή των προγόνων μας δείχνει πως δεν ήταν ούτε αγροίκοι ούτε ταρλάτσια, αλλά και ότι το γλωσσικό ιδίωμα, που μας άφησαν, είναι δουλεμένο και έχει πολλά να μας πει.

Διαβάστε επίσης

Πολιχνίτος: Ένα χωριό-ανοιχτό μουσείο στα νοτιοδυτικά της Λέσβου

ΔΥΟ ΕΜΒΛΗΜΑΤΙΚΑ ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΚΤΗΡΙΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΜΑΣ

“Ανιστουρίσματα”, το νέο βιβλίο της Στέλλας Καρνά

Σελίδα φωτογραφίας- Μέρος 12ο

Μετάβαση στο περιεχόμενο